Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Ο μικρός Michael Jackson

Αν με ρωτήσετε γιατί καταγράφω ιστορίες από αίθουσες ενηλίκων και ανηλίκων, θα σας πω με βεβαιότητα, ότι δεν είναι επειδή με βασανίζει απειλητικά και επίμονα το ερώτημα «Πότε θα γίνω μάνα;».

(Ναι, ναι, το βλέπω το ειρωνικό σου χαμόγελο, αυτό έχεις σκεφτεί καιρό τώρα!)

Θα σας απαντήσω όμως με περισσή ειλικρίνεια, λατρεύω ν’ ανοίγω αυτό το παράθυρο προς τον έξω κόσμο, που έχω την τύχη να μου προσφέρει η δουλειά μου και να βουτάω βαθιά στο φως μέχρι να μεθύσω.

Κι αν τις περισσότερες φορές, η ελπίδα μου κρέμεται μετέωρη σε μια λεπτή μαύρη κλωστή, έτοιμη να σπάσει, παλλόμενη σε θύελλες που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «κράτος» κι απειλείται σαν εύθραυστο υλικό, νιώθω μέσα μου ασίγαστη την φλόγα να προσπαθήσω. Κι ευτυχώς δεν είμαι η μόνη.

Είναι μεσημέρι, είμαι στο γραφείο κι έχω χωθεί σε ένα απίστευτο χαρτομάνι, σαν αυτό που ντύνουμε με το περιτύλιγμα της σπουδαίας δουλειάς.


Σε μια αίθουσα απέναντι μου ακριβώς, η Κατερίνα δίνει ρεσιτάλ αντοχής. Επειδή στο μακρινό παρελθόν, έκανα μάθημα και σε πολύ μικρά παιδιά, θεωρώ τον σεβασμό και την πειθαρχία απαραίτητα συστατικά για το σμίλευμα της παιδικής ψυχής. Αλλά παράλληλα, υποχρεωτική την κατανόηση της διαφοράς του «κάντε ησυχία» και της καταπίεσης του αυθορμητισμού, από τον εκπαιδευτικό.

Η αλήθεια είναι –δεν θέλω να το παινευτώ- ότι σπάνια εκνευρίζομαι σε σημείο να βλέπω τον κόσμο κόκκινο γύρω μου και να θέλω να καταπιώ το ράφι με τα χαπάκια ψυχραιμίας. Στη δουλειά πάντα. Οπότε δεν βλέπω και τον λόγο να φτάνουν οι άλλοι σε αυτό το στάδιο παραφροσύνης.

Αλλά επειδή δεν είμαστε όλοι ίδιοι –εντάξει συμφωνούμε όλοι με αυτό- πρέπει να προσπαθούμε να βλέπουμε από την ίδια οπτική γωνία του άλλου, χωρίς να κρίνουμε βιαστικά και αβάσιμα, όταν συμβαίνει κάτι αδικαιολόγητο για τις δικές μας προσλαμβάνουσες. Αυτό άλλωστε σημαίνει και επικοινωνούμε.

Από την ώρα λοιπόν, που έχουν μπει στην αίθουσα, περίπου είκοσι λεπτά, γίνεται το σύστριγκλο. Σιχαίνομαι την παρεμβατικότητα με κάθε τρόπο, οπότε και προσπάθησα με κόπο είναι η αλήθεια, να συγκεντρωθώ σε αυτό που έκανα, αφήνοντας τις παιδικές τσιρίδες να διασχίζουν το άπειρο, σαν να μην υπήρχαν.

Επιλεκτική ακοή, ορίζεται επιστημονικά. Τα αρσενικά της παρέας κατανοούν απόλυτα τι εννοώ. Μπλα… μπλα… μπλα… μπλα… εσώρουχα… μπλα… μπλα… μπλα… μπλα… κρεβάτι μας! Αυτό!

Η πόρτα ανοίγει, η Κατερίνα είναι αναψοκοκκινισμένη και φωνάζει στον Γιώργο «Βγες έξω τώρα», δείγμα ότι ο έλεγχος έχει χαθεί. Αποφασίζω να επέμβω δραστικά, βλέποντας να με καλεί ικετευτικά με το βλέμμα της για βοήθεια.

Σηκώνομαι και μπαίνω στην αίθουσα, φορώντας το αυστηρό μου ύφος επιβολής και δεν ντρέπομαι να το πω, αδικώντας σιωπηρά την Κατερίνα, ότι αι-σιχτίρ, είναι ανίκανη να βάλει μια φωνή και να βγάλουν τον σκασμό επιτέλους!

Τόση σιγουριά είχα ότι θα τα κατάφερνα. Σαν να ψάρευα σε ενυδρείο.
Διαολάκια σε κατάσταση υστερίας, να φωνάζουν με τρόπο που τα ντεσιμπέλ τους δεν τα αντέχεις, να γελούν και να κανιβαλίζουν με κάθε τρόπο και χωρίς σταματημό.

- Τι έκανες Γιώργο; Τον ρωτάω.
- Τίποτα κυρία.

Στο μεταξύ κατεβαίνει από το τραπέζι της αίθουσας, αφήνοντας με να κοιτάζω τη σκόνη από τα παπούτσια του στην επιφάνεια του ξύλου.

- Κι ένα τίποτα εξόργισε έτσι την κυρία σου;

Επικρατεί ξαφνικά απόλυτη ησυχία. Όταν πλησιάζει η ώρα της κρίσης, γίνεται αντιληπτό σε χρόνο dt, όσο ετών και να είσαι!

- Ήθελα να δείξω στα παιδιά κάτι νέες φιγούρες του Μάικλ Τζάκσον.

Κι εγώ θα το έβρισκα πιο ενδιαφέρον εδώ που τα λέμε μεταξύ μας.

- Τις έδειξες; Τον ρωτάω
- Όχι όλες (Γέλια)
- Δεν μπορούσες να περιμένεις ως το διάλειμμα; Έχεις σπαταλήσει ½ ώρα μάθημα των συμμαθητών σου. Και τι έκανες πάνω στο τραπέζι; Πίστα είναι;


Μιλούσα και παρόλο που δεν φώναζα, μου θύμιζα υστερική δασκάλα με τεράστια μυωπικά γυαλιά, τα χέρια στη μέση και την βέργα στο χέρι. Έκανε μια παύση, με κοιτούσε ίσια στα μάτια και τον φαντάστηκα να μου σερβίρει από μέσα του ένα ωραιότατο «χέστηκα, άντε και γ@#@# μαλακισμένη».

Ένα κλικ στο νου μου άλλαξε την σαφώς λανθασμένη στάση μου, που τόσο είχα κάποτε μελετήσει στην Διδακτική.

- ΟΚ. Ανέβα πάλι στο τραπέζι. Του λέω.
- Συγγνώμη κυρία, δεν θα ξανανέβω.

- Έλα, έλα, ανέβα, θέλω να τις δω κι εγώ τις φιγούρες.

Με κοίταζε ξαφνιασμένος, σαστισμένος, αμήχανος. Είχε γίνει κατακόκκινος.

- Θα σας τις δείξω στο διάλειμμα, μου λέει θεωρώντας ότι τον ειρωνεύομαι.

Πατάω πάνω σε μια άδεια καρέκλα κι ανεβαίνω στο τραπέζι.

Τα στοματάκια ανοιγόκλειναν χωρίς να αρθρώνουν λέξη. Η Κατερίνα δε, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από την πλάτη της, ακουμπισμένη στον τοίχο, με κοιτούσε αποχαυνωμένη. Το ίδιο κι ένας συνάδελφος που μόλις είχε μπει και στεκόταν στην πόρτα, βλέποντας το γελοίο μάλλον θέαμα.

Δίνω το χέρι μου στον Γιωργάκη και σχεδόν άρχισα να τον τραβάω. Οι υπόλοιποι μάζευαν μπροστά τους τα βιβλία τους για να κάνουν χώρο.

-Άντε λοιπόν, για να δω, μπορώ να κάνω κι εγώ καμία φιγούρα ή γέρασα;

Ο μικρός άρχισε να χορεύει αφήνοντας με, με το στόμα ανοιχτό. Πραγματικό ταλέντο. Τα παιδιά χειροκροτούσαν κι εγώ έκανα ότι τον ακολουθώ, προσπαθώντας δήθεν ν’ αντιγράψω τα βήματα του και τις κινήσεις των χεριών του.

Έβλεπα τον εαυτό μου σαν γριά να χορεύει rave και γελούσα αυθόρμητα, αλλά συνέχιζα να προσποιούμαι ότι χορεύω και το χειρότερο το χαιρόμουν αφάνταστα, βλέποντας τα παιδικά προσωπάκια να λάμπουν σαν αστραφτερούς ήλιους.

Το δωμάτιο σειόνταν από τα γέλια. Χαλασμός. Οι συνάδελφοι στην πόρτα γελούσαν επίσης κι εγώ δίπλωνα την σοβαρότητα μου και την καταχώνιαζα στο μπαούλο του δήθεν, απολαμβάνοντας το πόσο δύσκολο είναι να λειτουργείς σαν παιδί.

Τελικά, μετά την επίδειξη, σταμάτησε λαχανιασμένος, μου έδωσε κι εμένα το χέρι να κατέβω, του έδωσα ένα φιλί και τους ζήτησα να κάνουν μάθημα γιατί είχαν μείνει μόνο είκοσι λεπτά.

Από το γραφείο μου τώρα, άκουγα μόνο την φωνή της Κατερίνας, ήρεμη και καθαρή να παραδίδει μάθημα. Απόλυτη ησυχία.

Όταν τελείωσαν, άκουσα τον Γιώργο να ζητάει χαρτί κουζίνας και azax να καθαρίσει το τραπέζι «γιατί το κάναμε χάλια».

Έμεινα να συλλογίζομαι ότι η γκρίνια και η φασαρία των παιδιών, χρειάζονται μια πεντάλεπτη εκτόνωση, που αρνούμαστε πολλές φορές να αντιληφθούμε και προσπαθούμε να τα συνετίσουμε με τον σοφό (σκατά σοφό) τρόπο των μεγάλων.

Τις σκέψεις μου διέκοψε το κεφάλι του Γιώργου, που πρόβαλε από την μισάνοιχτη πόρτα του γραφείου, λέγοντάς μου χαμογελώντας «Κυρία, το ‘χετε, αλλά την άλλη φορά βάλτε αθλητικά γιατί το τραπέζι το κάναμε…» και κούνησε το κεφάλι του.

Τα παιδιά μαθαίνουν έτσι κι αλλιώς. Το ότι μας έχουν ανάγκη είναι μάλλον προσωπική μας αυταπάτη για να νιώθουμε σημαντικοί. Μου έλεγε η συνάδελφος ότι το σημερινό μας δικό μας μάθημα, ήταν πώς αν τελικά ξεχάσουμε ότι είμαστε δάσκαλοι και γίνουμε πάλι άνθρωποι, θα ανακαλύψουμε ξανά τον κόσμο που η καθημερινότητα μας κρύβει, σαν ήλιο πίσω από τα σύννεφα.

Αναρωτήθηκα πότε έδειχνα πιο γελοία. Πάνω στο τραπέζι με τις γόβες να κάνω φιγούρες του Μάικλ ή όταν κάνω την σοβαρή επιπλήττοντας με τους γνωστούς τρόπους, που τόσο όλοι μας μισήσαμε στους δικούς μας κακούς δασκάλους;

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Οι μάχες και ο πόλεμος, κερδίζονται με την οργή

Άκουσα και διάβασα αυτές τις μέρες, πολλές και διαφορετικές πολιτικές αναλύσεις. Κυρίως από πολίτες. Τις άλλες, των ειδικών, στρατευμένες ή μη, τις αξιολογώ, τις κρίνω και τις φιλτράρω με άλλα κριτήρια. Έχοντας πάντα κατά νου ότι «όταν πληρώνομαι να γράφω» ή «ανήκω όπου», οι σκιές των νοημάτων φαίνονται μόνο κάτω από έντονα διαχυμένο φως.

Είμαι ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από την προσωπική μου επιλογή. Γιατί πραγματικά θυμώσαμε. Δεν έχει τόση σημασία για μένα ο τρόπος. Η έκρηξη είναι ώθηση για δημιουργία.

Το ΠΑΣΟΚ ανέγνωσε πλήρως το μήνυμα. "Τάξατε ελπίδα (την όποια) και σας δίνουμε όσα χρειάζεστε για να ενσαρκώσετε το «πρώτα ο πολίτης» στην καθημερινότητά μας".

Αν δεν, το όπλο είναι σε θέση βολής.

Ως αρχή, τα νέα πρόσωπα της κυβέρνησης και ταυτόχρονα νέοι άνθρωποι (που τόσο το έχουμε ανάγκη), τα νέα μέσα πραγμάτωσης των στόχων και η πρόθεση για διαφάνεια στις διεργασίες (με τα όποια ελλείμματα) είναι τουλάχιστον σαν ένα φυσιολογικό μωρό, που πίνει το γάλα αντί να βιάζεται να το δαγκώσει χωρίς δόντια, όπως γινόταν σχεδόν πάντα μέχρι τώρα.

Η ΝΔ τιμωρήθηκε με μια συντριπτική ήττα από τους ίδιους της τους οπαδούς. Πολιτική ωριμότητα ή απελπισία; Θέλω να ελπίζω στο πρώτο. Ο ίδιος ο Καραμανλής αναγκάστηκε να αποχωρίσει από την πολιτική σκηνή, με τον χειρότερο κατά την γνώμη μου, τρόπο για έναν πρωθυπουργό. Ντροπιασμένα. Τίμημα του θράσους των ανύπαρκτων αντιδράσεών του, μπροστά στην γιγαντωμένη απόγνωση του πολίτη.

Η Αποχή (ασχέτως αν δεν με βρίσκει σύμφωνη), κραύγασε στο αυτί του πρώτου κόμματος την παρουσία της, παράγοντας τρομακτικό θόρυβο, για να μην ξεχάσει ότι την επόμενη φορά μπορεί να είναι εκείνη που θα κρατάει τα γκέμια του αλόγου που λέγεται αυτοδυναμία, αφού το ποσοστό των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ ουσιαστικά δεν αυξήθηκε.

Είμαι ικανοποιημένη, που «εναλλακτικοί» ψηφοφόροι στήριξαν τα μικρά κόμματα. Με όποιο σκεπτικό. Είτε ως οπαδοί, είτε ως αντίσταση στον δικομματισμό, είτε ως τρόπο διαμαρτυρίας. Σημασία έχει ότι οι ορκισμένοι, φανατικοί οπαδοί κομμάτων και όχι πολιτικών ιδεολογιών, εκλείπουν όλο και περισσότερο.

Ακόμα κι αν οι «μικροί» οχυρώνονται πίσω από αφοριστικά σχόλια και μεγαλόπνοα λόγια, με την σιγουριά ότι δεν κατέχουν οι ίδιοι την ευθύνη υλοποίησής τους.

Θα ήθελα τον κύριο Χρυσόγελο (αν και για κάποιον ανεξερεύνητο λόγο δεν τον συμπαθώ) να σηκώσει το γάντι και να δεχτεί την πρόταση του Παπανδρέου, στηρίζοντας την φωνή των Οικολόγων Πράσινων.

Να μας δώσει έναν λόγο να πιστέψουμε σε όσα πρεσβεύουν, αποδεικνύοντας ότι στο χέρι μας είναι η ιστορία να πάρει άλλη τροπή. Τόσο για την τύχη των υπολοίπων κομμάτων, όσο και για μια διαφορετική οπτική διακυβέρνησης και μοιράσματος της πίτας της εξουσίας, αξιοποιώντας την χαμένη έννοια της δημοκρατίας.

Είμαι ικανοποιημένη, γιατί σ’ αυτές τις εκλογές, οι περισσότεροι από μας δεν ξέραμε κυριολεκτικά τι να ψηφίσουμε.


Μπορεί να ακούγεται οξύμωρο, αλλά η δυσμενή θέση στην οποία βρεθήκαμε, ισχυροποιεί τόσο την ουσία της ψήφου μας, που μάλλον είχαμε υποτιμήσει τα τελευταία χρόνια, όσο και την απαγκίστρωσή μας από τις γενιές εκείνες, που αποτέλεσαν για πολλές δεκαετίες την «βάση του κόμματος».

Ο πολίτης είναι με το δίκαννο καρφωμένο στον κρόταφο του ΠΑΣΟΚ, δείχνοντας τα τελευταία δείγματα ανοχής.

Η ΝΔ κουκουλώνει τ’ άπλυτα και αναζητά γρήγορο συνεργείο εκκαθάρισης της μνήμης μας.

Το ΚΚΕ απλά υπάρχει ακίνητο μνημείο στο χρόνο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΛΑΟΣ είναι φωνές εφηβείας, που τείνουν να ενηλικιωθούν και να μάθουν εαυτόν, αλλά όπως και να ‘χει είναι εναλλακτικές φωνές.

Ενώ οι Πράσινοι Οικολόγοι μάλλον ελπίδα της πολιτικής μας ωριμότητας, και μόνο ως διεκδίκηση πολυφωνίας στα πολιτικά δρώμενα.

Και βέβαια, επειδή του Έλληνα του περισσεύει το γέλιο, ως κληρονόμος του Καραγκιόζη, ακόμα και στην δυσκολότερη κρίση, βρίσκει τρόπο να γίνει Κρίσος (*) «Χαρίζοντας Χρέη και Οικόπεδα» και εκτρέφοντας «ΚΟΤΕΣ» :)

(*)
- Φίλε, είμαι Κρίσος.
- Έλα ρε φίλε! Κέρδισες το λαχείο;
- Όχι ρε, με έπιασε κι εμένα η κρίση.



Δεν θα γίνουν συνταρακτικές αλλαγές. Υποθέτω.

Οι απεργοί ξαναβγήκαν στους δρόμους/λιμάνια διεκδικώντας τα αιτήματά τους. Οι εργαζόμενοι επιστρέψαμε στις δουλειές μας (όσοι έχουμε ακόμα δηλαδή), το άγχος και τα χρέη μας, λίγο λιγότερο πεθαμένοι ίσως.

Ο Οκτώβρης τρέχει, τα έξοδα μαραθωνοδρομούν, η θερμοκρασία κατηφορίζει είπαν σήμερα (επιτέλους), η γη (με ή χωρίς πράσινη ανάπτυξη) συνεχίζει να περιστρέφεται κι ο καλός Θεούλης πάντα αναπαύεται στον παράδεισό του.

Τα θαύματα να μην τα περιμένουμε από Εκείνον. Να τα γεννήσουμε πρέπει, για να θρέψουν τα όνειρά μας, κόντρα στην λειψυδρία των καιρών, των χαμένων παρτίδων και των μαραζωμένων πατρίδων.

Το σημαντικό είναι ότι οι πολιτικές σεισμικές αναταράξεις, μας έπιασαν από τους ώμους και μας ταρακούνησαν δυνατά, να κάνουμε ηχηρή την παγιωμένη και νοσηρή μας, ως τώρα, απάθεια. Μας πήγαν ένα βήμα εμπρός.


Μικρό μεν, αλλά με το πόδι να έχει ήδη πατήσει την γραμμή της εκκίνησης.

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Εκλογές στη χώρα του Πότε και του Ποτέ

«Χειμωνιάζει. Σκοτείνιασε νωρίς απόψε» ψιθύρισες, ενώ το βλέμμα σου χανόταν στις σταγόνες που έδιωχνε ο υαλοκαθαριστήρας.

Στα μισά της διαδρομής, από το ραδιόφωνο ξεχύνεται χείμαρρος η φωνή της Βιτάλη να τραγουδάει την κιβωτό και να προετοιμάζει τις σκέψεις μας, για την επιστροφή στις έγνοιες της καθημερινότητας.

Τραγουδά κρυστάλλινα τις νέες μας κατηφόρες. Εκείνες που έχουν τέρμα τους την οδύνη.

«Πάμε προς Μαραθώνα;», ρώτησες αμέσως σαν να μάντεψες το ταξίδι του νου μου, όσο ο δρόμος προς τα βόρεια, πονούσε την ανάσα.

Γνέφω καταφατικά. Η βροχή δυναμώνει. Η σιωπή ταράζει τα συναισθήματα.

Σαν το νερό της λίμνης να γέμισε τα μάτια μας κι υγράνθηκαν. Δεν μίλησα. Δεν μίλησες. Βιάστηκα να γυρίσω το βλέμμα μου, τάχα πως δεν το πρόσεξα. Μόνο σου έσφιξα το χέρι.

Κλείνω τα μάτια μου. Βλέπω παπούτσια να τρέχουν. Δακρυσμένα μάτια να στάζουν φόβο. Ουρές αεροπλάνων να αγγίζουν κορυφές.

Απεγνωσμένες προσπάθειες φτερών ελικοπτέρων να κυνηγούν την απελπισία.


Ικεσία. Όλεθρος.

Τσιμέντο πυρπωλημένο, αυλακωμένο από λάβες κι άνθρωποι θηρία να στάζει στις άκρες τους ωμός ο τρόμος.

Στο βάθος του τίποτα που κοιτάζω, βλέπω χέρια υψωμένα. Χιλιάδες χέρια. Οριοθετούν το δράμα. Ορίζουν την συνέχεια. Ανεμίζουν με ορμή «φτάνει έως εδώ».

Κρατούν ελπιδοφόρα «μπορώ». Τυπωμένα σε ψηφοδέλτια ιλουστρασιόν. Γραμμένες με λευκό πάνω τους, οι πουλημένες ελπίδες.


Αλλά ο αγώνας με τον εαυτό μας είναι δύσκολος. Είναι μακρύς ο δρόμος για να βουτήξεις στην ευθύνη σου. Να φωνάξεις μια φορά «εγώ φταίω» για το μαύρο που κουβαλάω εντός μου και ζω εντός του.

Όταν έχεις μάθει να ζεις με το «φταίνε πάντα οι άλλοι», πως θα σε πονάει τόσο το αποτέλεσμα της επιλογής σου, ώστε να το θυμάσαι μέχρι τις 4 Οκτώβρη;

Θα σκιτσάρω με ένα κάρβουνο την αγανάκτησή μου, εκεί που τους πονάει αφόρητα.

Σε όσους νομίζουν οτι έχουν την δύναμη να παραμορφώνουν τον τρόπο που κοιτάζω το αύριο μου.

Πρέπει επιτέλους, να γευτούν τι γεύση έχει η στάχτη στο ποτήρι τους.


Όχι από εκδίκηση. Από υποχρέωση. Στο αύριο μου. Στο αύριο των παιδικών φωνών, που γέμισαν πάλι τα προαύλια με ζωτικότητα.

Δεν μας πρέπει ο θρήνος ως αποδοχή μιας κακιάς μοίρας. Είναι δικό μας γέννημα τούτο το σκοτάδι που αντικρύζουν τα μάτια, τούτο το μαύρο αίμα που ρέει από τους καψαλισμένους κορμούς, τούτη η μυρωδιά θανάτου που δεν αντέχουν τα ρουθούνια.

Λόγος άνυδρος. Σκέψεις αφυδατωμένες. Στεγνές ελπίδες. Μαραζωμένες επιθυμίες. Σκουριασμένες πολιτικές τοποθετήσεις. Αποστειρωμένες από μνήμη ομιλίες. Εξαθλιωμένη υγεία, ισοπεδωμένη παιδεία, ανύπαρκτη οικονομική ανάπτυξη, καταρρακωμένη αγροτική πολιτική κι επιχειρηματική επένδυση. Αγκειστρωμένα ψεύδη. Φτάνει πια. Δεν μας πρέπει.



Όχι άλλο θεατές της μετανάστευσης των ονείρων μας.



Μην ξεχάσουμε να θυμώσουμε στις 4 Οκτώβρη.
Κι άλλο. Κι άλλο.
Κυρίως, να μας θυμώσουμε.


Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Φθινοπωρινές στάλες σκέψεων

Ρούχα τσαλακωμένα με ίχνη βότκας σαν καλοκαιρινό χαμόγελο. Βαλίτσα μισάνοιχτη, γεμισμένη αλμύρα, ξεγνοιασιά και προσμονή μελαγχολικού φθινοπώρου.

Στιγμές τυπωμένες σε σκληρούς δίσκους, σε αναμονή να πάρουν θέση σε άλμπουμ ή σε ψηφιακές κορνίζες. Στοιβαγμένες απολαύσεις σε τόνους του μπλε.

Μνήμες βουτηγμένες σε άχνη ζάχαρη. Απόηχος γέλιων από πτώσεις σε καυτή άμμο, δροσερά νερά κι αγκαλιές. Ψίθυροι ιστορίας, από εκείνης που γράφουν οι παρέες τα καλοκαίρια.

Κονταίνει η επιστροφή, στο νου.

Χαραγμένα ονόματα και ημερομηνίες σε ξύλινους φράχτες. Πύργοι με λάσπη θαλασσινή. Υπόσχεση πως μέσα μας πάντα ένα παιδί λοξοκοιτά καχύποπτα τ' αναπάντεχα κι αντιστέκεται.

Το καρπούζι είναι μέρες στο ψυγείο. Βιάζομαι να καταχωνιάσω κοντομάνικα, φορέματα χρωματιστά, καπέλα και πέδιλα. Ανυπομονώ να βάλω μπότες και με ανασηκωμένο γιακά να περπατήσω στα χνάρια του Σεπτέμβρη μου.

Η ομπρέλα ήδη βράχηκε. Η ψυχή μου το ίδιο. Ανάπλαση!

Γύρισα. Οριστικά. Το πήρα απόφαση χτες βράδυ, που το αυτοκίνητο είχε νοτισμένα τζάμια και οι ανάσες της βροχής χάιδευαν τις λαμαρίνες του, ταξιδεύοντας τις σκέψεις μου στο «έφτασα».

Κι ακόμα δεν ήπια ζεστό λατρεμένο καφέ.

Τασάκια άδεια στο γραφείο, εικόνα πρωτόγνωρη. Στη μεγάλη βεράντα, συνάδελφοι συναντούν χαμόγελα, φυσούν τον καπνό της επαναφοράς και μοιράζονται κουβέντες, πότε φαγωμένες από ανασφάλειες και πότε στερημένες από γκρι.

Μυρίζω βιβλία και ψαρεύω δύναμη σε μάτια που θ' αγαπήσω και πάλι φέτος. Είναι όμορφο να σε χαιδεύουν τρυφερά βλέμματα και να αισθάνεσαι ολόκληρος, ότι χρωστάς χαρές.

. . .

Σε μια από τις τελευταίες μου φθινοπωρινές βόλτες, σταθήκαμε νύχτα περασμένη, καταμεσής του πλακόστρωτου, ν' αγγίξουμε χρώμα από δυνατό ροζ σε παρτέρι. Μ' έσφιξες σαν με ένιωσες να με διαπερνά η πρώτη ψύχρα.

«Ανυπομονώ να έρθει ο χειμώνας» είπες κι υγράνθηκαν τα μάτια σου, καθώς μου κρατούσες το βλέμμα στις παλάμες σου.

«Κάποιος ξενυχτάει σε εκείνο το μπαλκόνι του ξενοδοχείου», σου έγνεψα με το κεφάλι προς την πλευρά που κάτι κινήθηκε ψηλά.

Έστρεψες να δεις. Μια κυρία χαμογελώντας, κρεμάστηκε στα κάγκελα για να μας χαιρετήσει, με τεντωμένο χέρι. Κρατούσε στο άλλο μια φωτογραφική μηχανή κι ήταν ντυμένη με τον τρόπο που δηλώνει την διαφορετικότητα των ανθρώπων από μακρινές πατρίδες.

«Goodnight» της σήκωσες το χέρι ψηλά, φτάνοντας κάτω από το μπαλκόνι της. Δεν ξεχωρίσαμε τον ψίθυρο των λόγων της. Σκορπίστηκαν στο αεράκι του φθινοπώρου.

Μόνο φυλακίσαμε στις καρδιές μας την τρυφεράδα της στιγμής. Ίσως το κλικ της μηχανής της που μας αποτύπωσε, ήταν για κείνη σημαντικό, μα ποτέ δεν θα μάθουμε γιατί.

. . .

Σε άλλο περίπατο ξεχασμένο από τους δείκτες, σε στενό παραμυθένιο σοκάκι, ένας κύριος ατημέλητος, με μακριά άσπρα μαλλιά και γένια, ζάρωσε τις μελαγχολικές σκέψεις μας στη γωνία, όταν γέμισε την ησυχία της νύχτας με το ηχηρό γέλιο του.

Αιτία η θέα του αυθόρμητου σφιξίματος μου πάνω σου, περπατώντας αμέριμνη στο κέντρο του δρόμου, επειδή ξαφνιάστηκα όταν άκουσα πίσω μου τον παράταιρο σε τούτη την πόλη ήχο από την κόρνα του ποδηλάτου του, να έρχεται από ξεχασμένη εποχή στ' αυτιά μου.

«Τρόμαξες ε;» ρώτησε προσπερνώντας με, καθώς το δυνατό του γέλιο συνόδευε τα βραδινά σύννεφα μέχρι την γωνία που τον έχασα από το οπτικό μου πεδίο. Μνήμη αφημένη στο μεταίχμιο της αναχώρησης του καλοκαιριού και της άφιξης του φθινοπώρου.

. . .

Απόψε, φόρεσα πρώτο βράδυ καλτσάκια και ζακέτα και βγήκα στην βεράντα. Να αναπνεύσω σταγόνες. Παράταιρο θέαμα κι αστείο, για όποιον ξενυχτάει σαν κι εμένα και κλέβει ματιές από ζωές σε μπαλκόνια, τζαμαρίες, κουρτίνες, αυλές.

Να βραχώ με χειμωνιάτικα όνειρα. Να νιώσω να πάλλονται στις φλέβες μου οι λέξεις και να βάψουν με στάλες φθινοπώρου ξανά το σήμερά μας.

Καλώς σας βρίσκω!
[photos by flickr]