Η νύχτα γλυκιά. Μυρίζει παντού καλοκαίρι. Κυρίως στις ψυχές. Η βόλτα απόψε μας οδηγεί στην καρδιά της πόλης. Εκεί που κάθε ξημέρωμα ακούς τον λυγμό της και δεν θέλεις να την περπατάς, να την ζεις, να την αναπνέεις, ενώ κάθε βράδυ μεταμορφώνεται σαν πεταλούδα από το κουκούλι της.
Η Ακρόπολη γεμίζει το νου μου μια γλύκα ανείπωτη. Μια τρυφερότητα για τα κρυμμένα μυστικά τούτου του θαύματος. Εφαλτήριο για να κουρνιάσει η ψυχή στ’ άστρα και να ταξιδέψει στα σπουδαία, μέσα στην αγκαλιά του φεγγαριού, που δεν διακρίνεις αν εκείνο χρωματίζει τα φωτισμένα σοκάκια ή η δική τους λάμψη το ομορφαίνει τόσο.
Δεν θυμάμαι πόσο καιρό είχα να ακούσω ανθρώπους να περπατούν και να συζητούν αργά, πιασμένοι χέρι-χέρι στους δρόμους. Ένα λευκό μπλουζάκι κρεμασμένο ψηλά σε μια κρεμάστρα, αγναντεύει τα βραδινά σεργιάνια των ζευγαριών. Ένα κομπολόι κεχριμπαρένιο φλερτάρει χάντρες από κοριτσίστικα βραχιόλια. Μια αγιογραφία κεντρίζει την προσοχή μου και με ταξιδεύει σε έναν κόσμο γαλήνιο και ειρηνικό.
Ένα παλιό καρότσι από εκείνα που κουβαλούσαν βαριά αντικείμενα, ζωντανεύει αναμνήσεις, βαμμένες σε χρώματα τριανταφυλλιάς. Ένα μπαλκόνι ξεχασμένο από τον πολιτισμό, κερνά κρεμαστές πρασινάδες και κλέβει τις ματιές των περαστικών.
Ο κύριος με το καλοσιδερωμένο λευκό πουκάμισο, χαμογελά στην υποδοχή μιας ταβερνούλας, που γέμισε με ξενικές φωνές τους τοίχους της, ως αντίθεση στα κάδρα με τις σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου. Τα πολύχρωμα μπουκάλια ενός μπαρ, παραταγμένα χαρίζουν χαρούμενες σκέψεις εντός μου.
Πολύχρωμα αταίριαστα φορέματα χαϊδεύουν κορμιά με φακίδες, ασυνήθιστα ως φαίνεται στην έκθεση του ήλιου. Πέδιλα με κάλτσες περπατούν μπροστά μου και με κάνουν να χαμογελάω, για το αλλοπρόσαλλο, κατά τις συνήθειές μου, δεδομένο.
Γεύομαι.
Και μαγεύομαι.
Από το τραπεζάκι μας έχουν περάσει δεκάδες «πάρτε λουλούδια σαν κι εσάς καλέ κυρία», κάθε ηλικίας κι εθνικότητας, παραστάτες μιας άλλης ζωής, που εύκολα προσπερνάμε και πιο εύκολα ακόμα αποστρεφόμαστε.
Συζητάω έντονα για ένα επαγγελματικό θέμα, όταν με την άκρη του ματιού μου βλέπω για πολλοστή φορά να πλησιάζει ένα τσιγγανάκι. Κρατάει μικρό ψάθινο καλαθάκι κι έχει μισοπλεγμένα μακριά μαλλιά, ενώ κρατά στο χέρι γαρδένια προσδοκίας. Είναι αρκετά μέτρα μακριά, αλλά το βλέμμα της έχει εστιάσει στην παρέα μας.
Είμαι μάλλον εκνευρισμένη από την συχνότητα των απρόσκλητων επισκεπτών και τα νεύματα των κεφαλιών ως απάντηση στο «δεν θέλω» και λέω αγανακτισμένα αλλά σιγά, γέρνοντας πίσω στην πλάτη της πολυθρόνας, ένα μακρόσυρτο
«άντε πάλι…».
Η μικρή επιταχύνει το βήμα της, με πλησιάζει, έρχεται δίπλα μου, βάζει το χέρι στη μέση της, με κοιτάζει στα μάτια κι αιφνιδιάζομαι όταν ακούω να μου λέει νευριασμένη:
«Τι άντε πάλι; Γιατί ξαναήρθα; Δεν νομίζω να σας ξαναενόχλησα».
Το βλέμμα μου μαγνητίζεται από το σκούρο του δέρματός της, την δύναμη των ματιών της, τον τρόπο που ο καρπός της ακουμπά στην μέση της, τον τσαμπουκά της φωνής της, το θάρρος της να διεκδικήσει, να υπερασπιστεί την αδικία που νιώθει εναντίον της.
Με εντυπωσιάζει. Τα χάνω. Στην αρχή δεν μιλάω, άλλωστε τι να πω, μόνο χάνομαι στα μελιά της μάτια και στα ανακατεμένα μαλλιά. Και μετά στην χαμένη της παιδικότητα. Μένω εκεί. Και φέρομαι παιδικά, κάτι που δεν έκανε εκείνη.
«Δεν το είπα για σένα, συζητούσα», της λέω προσπαθώντας να απολογηθώ.
«Αφού το είπες μόλις με είδες να έρχομαι», μου ξαναλέει αγριεμένα.
«Όχι, δεν σε πρόσεξα, απλά συζητούσα», εξακολουθώ να ανιχνεύω δικαιολογίες, χωρίς να ελέγχω το γιατί. Νιώθω ένοχη ξαφνικά και εκπλήσσομαι που έχω μπει σε αυτή την θέση.
«Ε, τότε συγγνώμη για την συμπεριφορά μου. Συγγνώμη αν σας ενόχλησα ή σας διέκοψα από την κουβέντα σας. Να σας προσφέρω κι ένα λουλούδι, σας το χαρίζω. Και πάλι με συγχωρείτε, αν δεν το είπατε για μένα», το μουτράκι της γλυκαίνει, γίνεται πάλι παιδί, αφήνει την γαρδένια στο τραπέζι.
«Πως σε λένε;» την ρωτάω. Έχω κολλήσει στον τρόπο της. Στην τσαχπινιά, στην διαχείριση των προτάσεων σε συνδυασμό με τις συσπάσεις του προσώπου της και τις κινήσεις των χεριών της.
«Σαμπρίνα».
«Υπέροχο όνομα. Είσαι πολύ έξυπνη Σαμπρίνα», το έλεγα και το εννοούσα κι ας μην το ήξερε.
«Κι εσύ είσαι πολύ όμορφη. Και ο άντρας σου. Είναι πολύ όμορφος. Αλλά κάτι θα κάνει και για μένα». Του κλείνει το μάτι. «Εγώ είμαι Παρθένος, εσύ τι είσαι;» με ρωτάει. Μάλλον έχει μάθει καλά το παιχνίδι του να κερδίζει την συμπάθεια.
«Κι εγώ» της απαντάω. Χαμογελάει αυθόρμητα. Σβήνει για στιγμές από τα μάτια της το επιτηδευμένο.
«Κι εσύ τι είσαι;» απευθύνεται στον φίλο μου. «Άσε μην πεις θα το βρω. Είσαι… Λέων, είσαι…Ταύρος, είσαι…» κάνει πως σκέφτεται όσο εκείνος της απαντάει επίτηδες αρνητικά.
Γυρίζω κρυφά το κεφάλι μου, συνωμοτικά και της σχηματίζω με τα χείλια μου «παρθένος». Χωρίς να στρέψει το βλέμμα της καθόλου για να μην την καταλάβει, με περισσή πονηριά κι ευστροφία, χωρίς καμία έκφραση στο πρόσωπό της που θα πρόδιδε την απρόσμενη παρέμβασή μου, τον κοιτάζει και του λέει «μμμ, είσαι κι εσύ Παρθένος;»
Ο φίλος μου ενθουσιάζεται και η Σαμπρίνα χαίρεται με την αντίδρασή του, αλλά και την δική μου και συνεχίζει να έρχεται κοντά μου, τώρα με ακουμπάει. Η αίσθηση μιας πρόσκαιρης εμπιστοσύνης ίσως, ποιος ξέρει.
Αυτά τα υπέροχα παιδικά μάτια που έχασαν κάθε αθωότητα, τόσο ώστε να σε διαπερνά η διαπίστωση ότι μεγάλωσαν απότομα, με αγγίζουν μέχρι το τελευταίο μου κύτταρο. Ίσως να φταίει που είναι καλοκαίρι και οι ψυχές αγναντεύουν στο βαθύ των ματιών, ίσως πάλι να φταίει το φως του Παρθενώνα που διώχνει των σκιών το γκρίζο, ίσως πάλι να έχει δίκιο η εκπληκτική Βιτάλη και να φταίνε τα φεγγάρια. Λίγη σημασία έχει.
«Α, είσαι φοβερή» της λέει, ενώ την κολακεύει κι εκείνη ισιώνει την φούστα της μηχανικά.
«Είδες πόσο χαζοί είναι οι άντρες; Πόσο εύκολα μπορούμε να τους κοροϊδέψουμε;» την πειράζω, ενώ της κλείνω το μάτι.
Γελάει δυνατά. «Ουου, τους περισσότερους» μου λέει με νόημα.
Της βάζει στο χέρι ένα καλό φιλοδώρημα.
Στόχος επιτεύχθει.
«Καλά ε; Είσαι τρομερός». Σχεδόν χοροπηδάει. Κοιτάζει γύρω-γύρω, το βάζει στην τσέπη της και μου φωνάζει καθώς φεύγει «να τον ακούς ε; ξέρει καλά αυτός τι κάνει, έχει καλό χέρι».
Η φαρδιά φούστα της μπλέκεται στο καλλίγραμμο παιδικό κορμάκι της. Βαλθήκαμε να την χαζεύουμε. Δεν ήθελα να την αφήσω να φύγει. Με αφόπλισε.
Δεν ξέρω αν ήταν καλή «μαθήτρια-πωλήτρια», ώστε να κερδίζει εύκολα κι ανώδυνα τον στόχο της ή αν ήταν η ευστροφία της και η ανάγκη της να πλησιάσει, ν’ αντεπεξέλθει, να τελειώνει το συντομότερο, αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει, ή και τα δύο μαζί. Εκείνο που ξέρω είναι ότι δυο τσιγγάνικα μάτια αγριεμένα που απόψε μου ζήτησαν το λόγο για το άντε πάλι μου, με μάγεψαν.
Δεν θυμάμαι πόσο καιρό είχα να ακούσω ανθρώπους να περπατούν και να συζητούν αργά, πιασμένοι χέρι-χέρι στους δρόμους. Ένα λευκό μπλουζάκι κρεμασμένο ψηλά σε μια κρεμάστρα, αγναντεύει τα βραδινά σεργιάνια των ζευγαριών. Ένα κομπολόι κεχριμπαρένιο φλερτάρει χάντρες από κοριτσίστικα βραχιόλια. Μια αγιογραφία κεντρίζει την προσοχή μου και με ταξιδεύει σε έναν κόσμο γαλήνιο και ειρηνικό.
Ένα παλιό καρότσι από εκείνα που κουβαλούσαν βαριά αντικείμενα, ζωντανεύει αναμνήσεις, βαμμένες σε χρώματα τριανταφυλλιάς. Ένα μπαλκόνι ξεχασμένο από τον πολιτισμό, κερνά κρεμαστές πρασινάδες και κλέβει τις ματιές των περαστικών.
Ο κύριος με το καλοσιδερωμένο λευκό πουκάμισο, χαμογελά στην υποδοχή μιας ταβερνούλας, που γέμισε με ξενικές φωνές τους τοίχους της, ως αντίθεση στα κάδρα με τις σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου. Τα πολύχρωμα μπουκάλια ενός μπαρ, παραταγμένα χαρίζουν χαρούμενες σκέψεις εντός μου.
Πολύχρωμα αταίριαστα φορέματα χαϊδεύουν κορμιά με φακίδες, ασυνήθιστα ως φαίνεται στην έκθεση του ήλιου. Πέδιλα με κάλτσες περπατούν μπροστά μου και με κάνουν να χαμογελάω, για το αλλοπρόσαλλο, κατά τις συνήθειές μου, δεδομένο.
Γεύομαι.
Και μαγεύομαι.
Από το τραπεζάκι μας έχουν περάσει δεκάδες «πάρτε λουλούδια σαν κι εσάς καλέ κυρία», κάθε ηλικίας κι εθνικότητας, παραστάτες μιας άλλης ζωής, που εύκολα προσπερνάμε και πιο εύκολα ακόμα αποστρεφόμαστε.
Συζητάω έντονα για ένα επαγγελματικό θέμα, όταν με την άκρη του ματιού μου βλέπω για πολλοστή φορά να πλησιάζει ένα τσιγγανάκι. Κρατάει μικρό ψάθινο καλαθάκι κι έχει μισοπλεγμένα μακριά μαλλιά, ενώ κρατά στο χέρι γαρδένια προσδοκίας. Είναι αρκετά μέτρα μακριά, αλλά το βλέμμα της έχει εστιάσει στην παρέα μας.
Είμαι μάλλον εκνευρισμένη από την συχνότητα των απρόσκλητων επισκεπτών και τα νεύματα των κεφαλιών ως απάντηση στο «δεν θέλω» και λέω αγανακτισμένα αλλά σιγά, γέρνοντας πίσω στην πλάτη της πολυθρόνας, ένα μακρόσυρτο
«άντε πάλι…».
Η μικρή επιταχύνει το βήμα της, με πλησιάζει, έρχεται δίπλα μου, βάζει το χέρι στη μέση της, με κοιτάζει στα μάτια κι αιφνιδιάζομαι όταν ακούω να μου λέει νευριασμένη:
«Τι άντε πάλι; Γιατί ξαναήρθα; Δεν νομίζω να σας ξαναενόχλησα».
Το βλέμμα μου μαγνητίζεται από το σκούρο του δέρματός της, την δύναμη των ματιών της, τον τρόπο που ο καρπός της ακουμπά στην μέση της, τον τσαμπουκά της φωνής της, το θάρρος της να διεκδικήσει, να υπερασπιστεί την αδικία που νιώθει εναντίον της.
Με εντυπωσιάζει. Τα χάνω. Στην αρχή δεν μιλάω, άλλωστε τι να πω, μόνο χάνομαι στα μελιά της μάτια και στα ανακατεμένα μαλλιά. Και μετά στην χαμένη της παιδικότητα. Μένω εκεί. Και φέρομαι παιδικά, κάτι που δεν έκανε εκείνη.
«Δεν το είπα για σένα, συζητούσα», της λέω προσπαθώντας να απολογηθώ.
«Αφού το είπες μόλις με είδες να έρχομαι», μου ξαναλέει αγριεμένα.
«Όχι, δεν σε πρόσεξα, απλά συζητούσα», εξακολουθώ να ανιχνεύω δικαιολογίες, χωρίς να ελέγχω το γιατί. Νιώθω ένοχη ξαφνικά και εκπλήσσομαι που έχω μπει σε αυτή την θέση.
«Ε, τότε συγγνώμη για την συμπεριφορά μου. Συγγνώμη αν σας ενόχλησα ή σας διέκοψα από την κουβέντα σας. Να σας προσφέρω κι ένα λουλούδι, σας το χαρίζω. Και πάλι με συγχωρείτε, αν δεν το είπατε για μένα», το μουτράκι της γλυκαίνει, γίνεται πάλι παιδί, αφήνει την γαρδένια στο τραπέζι.
«Πως σε λένε;» την ρωτάω. Έχω κολλήσει στον τρόπο της. Στην τσαχπινιά, στην διαχείριση των προτάσεων σε συνδυασμό με τις συσπάσεις του προσώπου της και τις κινήσεις των χεριών της.
«Σαμπρίνα».
«Υπέροχο όνομα. Είσαι πολύ έξυπνη Σαμπρίνα», το έλεγα και το εννοούσα κι ας μην το ήξερε.
«Κι εσύ είσαι πολύ όμορφη. Και ο άντρας σου. Είναι πολύ όμορφος. Αλλά κάτι θα κάνει και για μένα». Του κλείνει το μάτι. «Εγώ είμαι Παρθένος, εσύ τι είσαι;» με ρωτάει. Μάλλον έχει μάθει καλά το παιχνίδι του να κερδίζει την συμπάθεια.
«Κι εγώ» της απαντάω. Χαμογελάει αυθόρμητα. Σβήνει για στιγμές από τα μάτια της το επιτηδευμένο.
«Κι εσύ τι είσαι;» απευθύνεται στον φίλο μου. «Άσε μην πεις θα το βρω. Είσαι… Λέων, είσαι…Ταύρος, είσαι…» κάνει πως σκέφτεται όσο εκείνος της απαντάει επίτηδες αρνητικά.
Γυρίζω κρυφά το κεφάλι μου, συνωμοτικά και της σχηματίζω με τα χείλια μου «παρθένος». Χωρίς να στρέψει το βλέμμα της καθόλου για να μην την καταλάβει, με περισσή πονηριά κι ευστροφία, χωρίς καμία έκφραση στο πρόσωπό της που θα πρόδιδε την απρόσμενη παρέμβασή μου, τον κοιτάζει και του λέει «μμμ, είσαι κι εσύ Παρθένος;»
Αυτά τα υπέροχα παιδικά μάτια που έχασαν κάθε αθωότητα, τόσο ώστε να σε διαπερνά η διαπίστωση ότι μεγάλωσαν απότομα, με αγγίζουν μέχρι το τελευταίο μου κύτταρο. Ίσως να φταίει που είναι καλοκαίρι και οι ψυχές αγναντεύουν στο βαθύ των ματιών, ίσως πάλι να φταίει το φως του Παρθενώνα που διώχνει των σκιών το γκρίζο, ίσως πάλι να έχει δίκιο η εκπληκτική Βιτάλη και να φταίνε τα φεγγάρια. Λίγη σημασία έχει.
«Α, είσαι φοβερή» της λέει, ενώ την κολακεύει κι εκείνη ισιώνει την φούστα της μηχανικά.
«Είδες πόσο χαζοί είναι οι άντρες; Πόσο εύκολα μπορούμε να τους κοροϊδέψουμε;» την πειράζω, ενώ της κλείνω το μάτι.
Γελάει δυνατά. «Ουου, τους περισσότερους» μου λέει με νόημα.
Της βάζει στο χέρι ένα καλό φιλοδώρημα.
Στόχος επιτεύχθει.
«Καλά ε; Είσαι τρομερός». Σχεδόν χοροπηδάει. Κοιτάζει γύρω-γύρω, το βάζει στην τσέπη της και μου φωνάζει καθώς φεύγει «να τον ακούς ε; ξέρει καλά αυτός τι κάνει, έχει καλό χέρι».
Η φαρδιά φούστα της μπλέκεται στο καλλίγραμμο παιδικό κορμάκι της. Βαλθήκαμε να την χαζεύουμε. Δεν ήθελα να την αφήσω να φύγει. Με αφόπλισε.
Δεν ξέρω αν ήταν καλή «μαθήτρια-πωλήτρια», ώστε να κερδίζει εύκολα κι ανώδυνα τον στόχο της ή αν ήταν η ευστροφία της και η ανάγκη της να πλησιάσει, ν’ αντεπεξέλθει, να τελειώνει το συντομότερο, αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει, ή και τα δύο μαζί. Εκείνο που ξέρω είναι ότι δυο τσιγγάνικα μάτια αγριεμένα που απόψε μου ζήτησαν το λόγο για το άντε πάλι μου, με μάγεψαν.
Άραγε, θα της χαρίσει ποτέ κάποιος μια γαρδένια με τρόπο
που να κάνει την ψυχή της να γελάει;
που να κάνει την ψυχή της να γελάει;
Αυτό σκεφτόμουν, καθώς τα δάχτυλά μου ψηλαφούσαν τα λευκά πέταλα της ταλαιπωρημένης γαρδένιας και η επιβολή της σιωπής των ματιών μας, φανέρωσε αμέσως την κυριαρχία του λόγου της μελαχρινής Σαμπρίνας, που συνέχισε να τριγυρνά στα τραπέζια της απέναντι καφετέριας.
24 σκέψεις ελεύθερα ταξιδεύουν:
Αθωα ψυχουλα δεν ειχε μονο η Σαμπρινα αλλα και καποιοι αλλοι στην παρεα :) :)
Καλα θα ηταν να μην της δινατε λεφτα. Ακομη καλυτερα θα ηταν οι μαγαζατορες να απαγορευαν αυτην την κατασταση μηπως μπορεσουμε να εξαλειψουμε το φαινομενο της κακομεταχειρησης αυτων των παιδιων.
Οταν ειμαι εξω και ανα 5-10 λεπτα περναει καποιος και με ενοχλει (ναι ενοχληση ειναι για μενα και δεν νιωθω τυψεις) το θεωρω απαραδεκτο.
Οταν ειναι μικρο παιδι λυπαμαι την μοιρα του κι ευχομαι μεσα μου να μεγαλωσει γρηγορα και να μπορεσει να φυγει, να χαραξει μια καλυτερη πορεια μονο του! Αν ειναι "κωφαλαλος" συγχιζομαι γιατι οι περισσοτεροι απο τους μισους δεν ξερουν την αλφα βητα οταν προσπαθω να επικοινωνησω μαζι τους.
Τελοσπαντων.... η αναρτηση σου ειχε τοσο γλυκο αρωμα κι εγω την χαλασα. Δεν μπορω να συγκρατηθω ομως :)
Καλο Σαββατοκυριακο φιλεναδα!!!
Η δική σου ανάρτηση όπως το λέει και η Dee Dee είναι τόσο γεμάτη γλυκιά γεύση σαν να στάζει σιρόπι. Αλλά και εγώ πιστεύω οτι για να εξαλειφθεί αυτό το φαινόμενο της εκμετάλλευσης αθώων ψυχών πρέπει να πάψουμε να τα βοηθάμε. Φοβάμαι αν δώσεις σε ένα παιδί μερικά χρήματα που για τον καθένα μας δεν είναι σημαντικά αμέσως βάζουμε ταφόπλακα στα όνειρα της παιδικής ψυχής της καθώς ο εκμεταλλευτής της δεν πάψει ποτέ να την χρησιμοποιεί για να κερδίζει.
Το πουλάκι μου...Καλά έκανες...
(Έστω και ένα ευρώ περισσότερο στο δισάκι της θα της έδινε ίσως ένα παραπάνω χάδι, ή μια καλή κουβέντα...Τουλάχιστον έτσι θα ήθελα να πιστεύω κι εγώ...)
Η μυρωδάτη γαρδένια της γλυκιάς Σαμπρίνας!
Πολύ γλυκό το κείμενο, με μία μόνη ένσταση. Έχω θέμα με τα λεφτά. Προτιμώ να τους πάρω κάτι να φάνε, απ' το να "ενθαρρύνω" άθελα μου πάντα, τον γονιό που τα 'βγαλε στο δρόμο για να θησαυρίσει εκείνος.
Πάντως, αν έτσι νιώθατε, καλά κάνατε.
Καλησπέρες!
... τα άνθη βγήκαν βόλτα στην Ακρόπολη!
Γι'αυτό μύριζε όμορφα προχτές βράδυ :)
Η σύνδεσή μου δεν λειτουργεί, οπότε σε συνδυασμό με το τρέξιμο των ημερών για να κλείσουν οι εκκρεμότητες, με κάνει να απέχω και από το μπλόγκ μου και από τα δικά σας.
Ευχαριστώ όσους στέλνουν mail ανησυχίας κι ενδιαφέροντος για την μεγάλη χρονική απουσία. Είμαι καλά και θα επανέλθω. (Να γράψω και είμαι η freedula και μόλις τελείωσα;)
χαχαχα λέω και καμιά αρλούμπα να το διασκεδάσω γιατί λίγο η ζέστη, λίγο η δουλειά, δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος...
Όντως ο συνδιασμός ζέστης+δουλειάς είναι ακαταμάχητος.. :)
Στην Ακρόπολη βολτάρω σε εβδομαδιαία βάση όσο με θυμάμαι..Τυχαίνει και ζω αρκετά κοντά.. νομίζω είναι από τα μοναδικά μέρη στην Αθήνα που με κάνουν και αναπνέω λίγο πιο ελαφρά..
Καλά ξεμπερδέματα, για να χαλαρώσεις μετά :)
ήταν πάντα φορές που μέσα στις λέξεις σου.. ένιωθα.. αφηνόμουνα..
σήμερα νιώθω να θέλω να ζήσω κοντά σου, αυτές τις λίγες μα τοσο γλυκές τσιγγάνικες στιγμές σου..
να αφεθώ στη συνωμοσία σου.. στην κολακεία σου..
θέλω να αφεθώ και σε μένα.. νιώθω πως θα το κατάφερνες με το λιγοστό παιδιάστικο μα και συνάμα έντονα τσασχπίνικο φέρσιμό σου..
ξέρω πως δεν θα σου χάριζα καμιά γαρδένια..
ίσως να το έβαζα στα πόδια, σαν θα σε χαιρόμουνα..
ισως και να περίμενα να απλώσεις το χέρι σου να μου χαιδέψεις τα μαλλιά..
στο φεγγάρι λένε, αν χαιδεύεις τα μαλλιά, εκείνα παίρνουν το χρώμα του ήλιου..
λένε ακόμα πως στο φεγγάρι, οι ψυχές που αγαπάνε, συναντιούνται πάλι και πάλι στα κρυφά..
αλήθεια, θα άφηνες μια τσιγγάνικη ψυχούλα να σου χαίδευε τα μαλλιά σου?
@dee dee
Είναι δυνατόν να "χαλάσεις" την ανάρτησή μου; Ισα ίσα. Την έφερες στα ίσια της.
Γιατί αυτό είναι ένα τεράστιο θέμα. Κι εγώ σπάνια δίνω. Αλλά η Σαμπρίνα του τα φαγε του δικού μου με την τσαχπινιά της. Ξεχώριζε. Αυτό ήταν όλο.
Οι επεκτάσεις του θέματος τώρα είναι βασανιστικές. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, ότι είναι τραγικό να σου επιβάλουν να αισθανθείς υπεύθυνος και υπόλογος για την οικονομική εξαθλίωση του άλλου, ώστε εσύ που δουλεύεις μέρα νύχτα, να βάζεις το χέρι στην τσέπη.
Και με θυμώνει που υποσυνείδητα μάλλον, αυτό μεταφράζεται σε "περνάω καλύτερα από αυτόν, άρα ΠΡΕΠΕΙ να δώσω".
Είναι η χειρότερη εικόνα. Οχι γιατί δεν συμπάσχεις με τον ανάπηρο πχ που ζητάει βοήθεια, αλλά ακριβώς γιατί αναγκάζεσαι να "βοηθήσεις" επειδή απλώνει το χέρι και το θέαμα σε τρομάζει. Αν ήταν στο σπίτι του, το πιθανότερο να μην ενδιαφερόσουν ποτέ να βγεις από τον κόσμο σου.
(όχι εσύ φιλενάδα, ναι; μην το παίρνεις προσωπικά :)))
Αλλο πράγμα η ελεημοσύνη υπό πίεση κι άλλο η θέληση προσφοράς, επειδή κάτι μου περισσεύει και νιώθω την ανάγκη να το προσφέρω.
Και όταν πρόκειται για παιδιά, η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη.
Απλά πείτε μου ότι μεγάλωσα, φωνάξτε μου ότι γίνομαι η επόμενη γενιά του καναπέ να το συνηδειτοποιήσω, αλλά ειλικρινά
ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΩ να αλλάξει απολύτως τίποτα.
υγ. Ο κόσμος έχει φύγει σε καυτές παραλίες κι εμείς... άντε να μην πω.
Ανθρωπο δεν συναντάς πια εδώ μέσα. Κι εμένα δεν συναντάς (όχι να το πω πριν αρχίσεις πάλι την μουρμούρα) αλλά δεν λιάζομαι ακόμα σαν χταπόδι στον ήλιο.
Τι κάνει η φατσούλα μας; Κλοτσάει ρε καθόλου να κάνει αντίσταση;
Σε φιλώ πολύ πολύ.
Αντε τώρα να σε λέω μάνα στα ξαφνικά. Ημαρτον!!!
@George
Εχεις τόσο μα τόσο δίκιο. Κοίτα που ένα γλυκό παιδικό βλέμμα, μια κίνηση ή μια λέξη, μπορεί να σε κάνει να νιώθεις ότι έτσι προσφέρεις κάτι.
Ουτοπία φυσικά.
Τα παιδιά αυτά έχουν μάθει να εκμεταλεύονται τον πελάτη τους με οποιονδήποτε τρόπο, προκειμένου να τους τα ακουμπήσουν το βράδυ.
Αν κανείς δεν έδινε, ίσως να ήταν κι ένας τρόπος να σταματήσουν να τα βγάζουν. Αν και πιστεύω πια ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων έχει σταματήσει να δίνει έστω και το ελάχιστο.
Ελπίζω να είσαι σε καμιά αμμουδιά και να τσιτσιρίζεσαι :))
@artanis
Αχ είδες πόσο διαφορετικά σκέφτονται οι μανούλες;
Λέμε, λέμε, λέμε και μετά έρχεται μια γλυκιά και στοργική φωνή να μας πει "ένα παιδικό χαμόγελο κι ένα χάδι στην παιδική ψυχούλα" καμιά φορά αξίζει περισσότερο από όλες τις θεωρίες, τα δίκαια και τα άδικα που ορθολογιστικά πάντα βάζουμε στην ζυγαριά.
Είσαι υπέροχη! Μου έλειψες!
@Φοίβος
Το μοσχομυρωδάτο σχόλιο του γλυκού μας Φοίβου.
υγ. Ενα σου λέω μόνο, όσο σκέφτομαι πόσες αναρτήσεις σου έχω χάσει και θέλω να διαβάσω, τόσο λέω να μην αγοράσω κανένα βιβλίο για το φετινό καλοκαίρι!
@koptoraptou
Να σε καλοσωρίσω πρώτα βεβαίως βεβαίως με μεγάλη μου χαρά :))
Το συναίσθημα είναι στιγμιαίο. Δεν είναι ένα σπουδαίο περιστατικό. Φαντάζομαι παρόμοια έχουν συμβεί στον καθένα μας, αλλά κι άλλες φορές με μεγαλύτερες εκπλήξεις και σε μένα την ίδια.
Ηταν όμως όντως μια γλυκιά στιγμή. Που αν την βάλεις στο μικροσκόπιο του κόσμου των ενηλίκων την βλέπεις με άλλα μάτια, σε σχήμα ευρώ.
@adaeus
Βρε, βρε τα παιδιά...
Καλά, ας μην αρχίσω σήμερα τα παράπονα, να σε καλοπιάσω και βλέπουμε...
Σου φώναζα, σου φώναζα, κοιτούσα ψηλά στα παραθύρια, χαμηλά στις πόρτες, να δω θάλασσες σε μάτια γελαστά, τίποτα εσύ! :))
@roadartist
Δεν ξέρω αν θα ακουστώ ιδιαίτερα ρομαντική, και δεν είμαι, αλλά η βραδινή βόλτα κάτω από αυτό το φως, η ανεμελιά και η χαλαρότητα που αποπνέουν οι άνθρωποι που περπατούν στα στενά, μαζί με την διάθεση που αλλάζει με τα ερεθίσματα του οπτικού μας πεδίου, είναι ότι ομορφότερο μπορεί να κάνει κάποιος για να γαληνέψει, όταν δεν τον φυσάει θαλασσινή αύρα.
Μου θυμίζει κάτι από τα φοιτητικά μου χρόνια.
@Τάκης
Με την πρώτη ανάγνωση θέλω να σιωπήσω...
Με την δεύτερη να κουνήσω με νόημα το κεφάλι στις τσιγγένικες καρδιές,
εκείνες που μπορούν να αγαπούν πολύ, περιμένωντας λίγα κι ελπίζοντας τα πάντα.
Εκεί στο φεγγάρι λοιπόν, τα χαιδέματα αλλάζουν χρώματα και νοήματα οι λέξεις. Εκεί είναι υπέροχα να κατοικείς, έστω και για λίγο. Και αν και το κάνω σπάνια, κρατάει δυνατά μέσα μου ότι συμβαίνει κι αισθάνομαι...
Οταν...
Ξέρεις εσύ...
..θα συμφωνήσω με τους προηγούμενους για τα λεφτά..τεσπα..
ηταν μια εμπειρία που θα έχετε να διηγηστε..αυτο
..καλή βδομάδα Ελευθερία :)
Μη με λες μανα απο τωρα, δεν το εχω δεχτει ακομα!
Το μωρο ερχεται με πολλα αξεσουαρ και οι λειτουργιες χρησεις ειναι ασαφης νομιζω. Θα ζητησω καρτουλα αλλαγης στο μαιευτηριο... για παν ενδεχομενο :):)
Την νιωθω καθημερινα πλεον την μπεμπα. Δεν κλωτσαει αλλα την νιωθω να κανει κωλοτουμπες :) Κατι σε ζογκλερ μου μυριζεται :)
Σε παραλιες αργω κι εγω να παω.... πρεπει να βγαλουμε τον επιουσιο :) Τελη Αυγουστου θα παω στο χωριο, ορεινη Χαλκιδικη. θα κανουμε και κανενα μπανακι, αλλα πανω απο ολα, θα ξεκουραστουμε! :)
Εσυ ποτε φευγεις ;;
Για την πιεστικη ελεημοσυνη και την εκουσια προσφορα δεν σχολιαζω τιποτα γιατι με καλυψες πληρως :)
Καλη εβδομαδα φιλεναδα!!!
xxxxx
:)
@Ηλίας
Εγώ θα σου ευχηθώ κάτι πιο αισιόδοξο ναι; Καλό ΣΚ και δροσερό :))
@dee dee
Ξέρεις, εσένα και την πατσ είχα και παρηγοριόμουν, τώρα πας κι εσύ, μπαίνεις στο άλλο κλαμπ. Ευτυχώς που και οι δυο ασχολούμαστε με εκπαίδευση, οπότε δεν είμαστε τόοοοσο έξω από το κλίμα, μάλλον παραμέσα είμαστε :))
Μάνα, μάνα, μάνα μπας και το καταλάβεις.
Αργώ ακόμα. Αρχές Αυγούστου και βλέπουμε. Ασε που δεν έχω νετ σπίτι και δεν μπορώ να περάσω. Γιατό μην μουτρώσεις, σε τσάκισα :)
@adaeus
Γελάς καθαρματάκι ε;
Μάτια γελαστά άκουσα και εκπλήρωσα την επιθυμία σου :)
Ανάρτηση Σχολίου